αἰχμάλωτ'

αἰχμάλωτα , αἰχμάλωτος
taken by the spear
neut nom/voc/acc pl
αἰχμάλωτε , αἰχμάλωτος
taken by the spear
masc/fem voc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • μετρητίς — μετρητίς, ίδος, ἡ (Α) θηλ. τού μετρητής*. [ΕΤΥΜΟΛ. < μετρητής + κατάλ. ίς (πρβλ. αιρετ ίς, αιχμαλωτ ίς)] …   Dictionary of Greek

  • σοφίς — ίδος, ἡ, Μ μάγισσα, γόησσα. [ΕΤΥΜΟΛ. < σοφός + επίθημα ίς, ίδος (πρβλ. αἰχμαλωτ ίς)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.